Κολοκοτρώνη 13, Χαλάνδρι, Αττική
6944201450

Εισαγωγή

Η διάγνωση και θεραπεία των ορμονικών προβλημάτων που σχετίζονται με τους όγκους της υπόφυσης είναι σημαντικό κομμάτι που αφορά στην θεραπεία των ασθενών. Επειδή τα αδενώματα της υπόφυσης καθώς και οι όγκοι του εγκεφάλου και της βάσης του κρανίου που βρίσκονται κοντά στην υπόφυση μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα του αδένα να παράγει ορμόνες σε φυσιολογικά για τον οργανισμό επίπεδα, η διάγνωση και θεραπεία των σχετικών ορμονικών διαταραχών είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αντιμετώπισης των προβλημάτων της υπόφυσης. Η ομάδα μας σε συνεργασία με τους θεράποντες ενδοκρινολόγους:

·       Διαπιστώνει αν υφίσταται κάποια ορμονική διαταραχή (ανεπάρκεια ή υπερέκκριση)

·       Αντιμετωπίζει τις παραπάνω διαταραχές

 

Διάγνωση

Η εκτίμηση της υποφυσιακής λειτουργίας συνήθως περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος και σε ορισμένες περιπτώσεις εξετάσεις ούρων και σιέλου. Δεδομένης της πολυπλοκότητας της λειτουργίας της υπόφυσης, ο διαγνωστικός έλεγχος τυπικά γίνεται σε συνεργασία με Ενδοκρινολόγο.

Ο τυπικός εργαστηριακός έλεγχος ενός ασθενή με όγκο που σχετίζεται με την υπόφυση περιλαμβάνει:

·       Άξονας επινεφριδίων: ACTH, κορτιζόλη

·       Γοναδιακός άξονας: LH, FSH, τεστοστερόνη (άντρες), οιστραδιόλη (γυναίκες)

·       Άξονας αυξητικής ορμόνης: GH, IGF-1

·       Προλακτίνη

·       Θυρεοειδικός άξονας: TSH, T4, ελεύθερη T4

·       Έλεγχος για πιθανό άποιο διαβήτη

Θεραπεία

Οι παραπάνω εξετάσεις ελέγχουν την ανεπάρκεια ή υπερέκκριση υποφυσιακών ορμονών και είναι απαραίτητες για την διάγνωση της υποφυσιακής δυσλειτουργίας, η οποία μπορεί να αφορά σε μία ή περισσότερες ορμόνες. Επίσης, χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση ορμονοεκκριτικών όγκων όπως τα αδενώματα που προκαλούν μεγαλακρία (αυξημένη παραγωγή αυξητικής ορμόνης) ή τα προλακτιμώματα (αυξημένη παραγωγή προλακτίνης). Σε κάποιους ασθενείς απαιτούνται πιο εξειδικευμένες εξετάσεις για να εκτιμηθεί η ικανότητα της υπόφυσης να ανταποκρίνεται σωστά στην επίδραση των υποθαλαμικών ορμονών ή σε άλλα ερεθίσματα, όπως η γλυκόζη. Σε ασθενείς που εκτιμώνται για πιθανό σύνδρομο ή νόσο Cushing, απαιτείται συλλογή ούρων και σιέλου, όπου μετρώνται τα επίπεδα κορτιζόλης, ώστε να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η διάγνωση.

Σε ασθενείς με αδενώματα της υπόφυσης, η λειτουργία του αδένα τυπικά αποκαθίσταται ή βελτιώνεται μετά τη χειρουργική αφαίρεση του αδενώματος. Σε ασθενείς με κρανιοφαρυγγιώματα, η ανεπάρκεια του αδένα είναι συχνότερη σε σχέση με τους ασθενείς που πάσχουν από αδένωμα, τόσο πριν όσο και μετά το χειρουργείο, ενώ υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης άποιου διαβήτη.

Το αν ένας ασθενής χρειάζεται παροδική ή μόνιμη ορμονική υποκατάσταση εξαρτάται από τον όγκο, αλλά και από την θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε. Οι ορμόνες που χρειάζεται να χορηγηθούν συχνότερα είναι υδροκορτιζόνη ή πρεδνιζόνη στην περίπτωση ανεπάρκειας κορτιζόλης, λεβοθυροξίνη σε έλλειψη θυροξίνης, και τεστοστερόνη σε άντρες (τυπικά χορηγείται σαν αυτοκόλλητο που αντικαθίσταται καθημερινά ή σαν ένεση που επαναλαμβάνεται ανά μερικές εβδομάδες). Σε μερικούς ανήλικους ασθενείς μπορεί επίσης να χορηγηθεί αυξητική ορμόνη.

Είναι σημαντικό για όλους τους ασθενείς με διαταραχές των ορμονών της υπόφυσης να παρακολουθούνται μακροχρόνια από τον ενδοκρινολόγο τους, γιατί η ορμονική λειτουργία του αδένα μπορεί να επιδεινωθεί ή και να βελτιωθεί σε βάθος χρόνου. Ασθενείς που υποβάλλονται σε Ακτινοθεραπεία ή Ακτινοχειρουργική στην περιοχή της υπόφυσης, κινδυνεύουν σημαντικά από έκπτωση της υποφυσιακής λειτουργίας μακροπρόθεσμα (5-10 χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας).